τεμπελιά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τεμπελιά

  • tem.beˈʎa

Where it comes from

τεμπελιά < τεμπέλ(ης) + -ιά

noun τεμπελιά · τεμπελιές · τεμπελιάς · τεμπελιών

  1. η ιδιότητα του τεμπέλη, η οκνηρία, η μόνιμη σχόλη, η απροθυμία να διεκπεραιώσει κάποιος οιαδήποτε υποχρέωση ※ Τέλος πάντων, το ζήτημα είναι πως τα συμφέροντα, η τεμπελιά και η άγνοια με έριξαν στην ανθυγιεινή αγκαλιά της βιομηχανίας που έμελλε να με σκοτώσει αργά και ηδονικά. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)

    Similar: οκνηρία · Opposite: εργατικότητα, δραστηριότητα, προθυμία, φιλοπονία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τεμπελιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τεμπελιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%AC

Chicago

"τεμπελιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τεμπελιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}