믹윈

τετελεσμένος

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

τετελεσμένος

  • te.te.leˈzme.nos

어원

τετελεσμένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τετελεσμένος

동사 τετελεσμένος · τετελεσμένη · τετελεσμένο · τετελεσμένου · τετελεσμένης

  1. λόγιο συνώνυμο του τελειωμένος: που έχει ήδη γίνει, που έχει ήδη πραγματοποιηθεί και οριστικοποιηθεί ※ Τὸ ἔγκλημα τῆς διγαμίας λογίζεται τετελεσμένον γιὰ τῆς συνάψεως δευτέρου γάμου κατὰ τοὺς ἀπαιτούμενους ἐξωτερικοὺς τύπους πρὸς τέλεσιν γάμου. (Κωνσταντίνος Ν. Κωστής, Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος ποινικού νόμου, τόμος 2, 1877, σελ. 346 https://www.google.gr/books/edition/Herm%C4%93neia_tu_en_H

비슷한 말: συντελεσμένος

유의어·반의어

동사

비슷한 말: συντελεσμένος

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"τετελεσμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τετελεσμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"τετελεσμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τετελεσμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}