τετμημένη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τετμημένη
Where it comes from
τετμημένη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τετμημένη, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό της μετοχής τετμημένος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική abscisse < λατινικής προέλευσης
noun τετμημένη · τετμημένες · τετμημένης · τετμημένων
- η πρώτη παράμετρος διατεταγμένου ζεύγους σε καρτεσιανό σύστημα συντεταγμένων - είναι το σημείο που έρχεται από τον οριζόντιο άξονα
verb τετμημένη · τετμημένες · τετμημένης · τετμημένων
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τετμημένος
In English
- abscissa first of two coordinates
Talk about this word "τετμημένη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. τετμημένη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7 "τετμημένη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τετμημένη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}