τετράποδο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τετράποδο

  • teˈtɾa.po.ðo

Where it comes from

τετράποδο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου τετράποδος < ελληνιστική κοινή τετράποδος < αρχαία ελληνική τετράπους

noun τετράποδο · τετράποδα · τετράποδου · τετράποδων

  1. κάθε ζώο που είναι μέλος της υπερομοταξίας των Τετραπόδων, χορδωτό ζώο που έχει τέσσερα άκρα ※ Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και
  2. offensive, προσφώνηση, μειωτικό προσφώνηση για άνθρωπο κουτό

    Similar: ζώο

adjective τετράποδο · τετράποδα · τετράποδου · τετράποδων

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του τετράποδος
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του τετράποδος

In English

  • quadruped a four-footed or four-legged animal

Talk about this word

Cite this
MLA

"τετράποδο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τετράποδο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF

Chicago

"τετράποδο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τετράποδο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%BF%CE%B4%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}