τεχνίτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τεχνίτης¹

  • teˈxni.tis

Where it comes from

τεχνίτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τεχνίτης. Συγχρονικά αναλύεται σε τέχν(η) + -ίτης.

noun τεχνίτης · τεχνίτες · τεχνίτη · τεχνιτών

  1. επάγγελμα ο επαγγελματίας που ασκεί μια τέχνη, συνήθως ένα χειρωνακτικό επάγγελμα, ή έχει μια ειδική τεχνική εκπαίδευση ※ Όποιος Σαρ.(ακατσάνος) ξέρει να πελεκάει το ξύλο - είναι καλός τεχνίτης πελεκάνος - φτιάνει καλύτερη φλογέρα, ἀπὸ ἐλιά, κουμαριά, ἔλατο, δρῦ, ὀξυά ... ξύλο καὶ δὲν μπορεῖ ν' ἀγοράσει μιὰ ξύλινη φλογέρα. (Αγγελική Χατζημιχάλη, Σαρακατσάνοι, τόμος 1, τεύχος 2, 1957, σελ. 148)
  2. figuratively, ironic, μεταφορικά, ή, ειρωνικό αυτός που είναι εξαιρετικά επιδέξιος σε κάτι Μεγάλος τεχνίτης του λόγου, τεχνίτης στην απάτη.

Τεχνίτης²

Where it comes from

Τεχνίτης < επάγγελμα τεχνίτης

proper noun Τεχνίτης · Τεχνίτηδες · Τεχνίτη · Τεχνίτηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τεχνίτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τεχνίτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"τεχνίτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τεχνίτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}