τεχνολογικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τεχνολογικός
- the.xno.lo.ʝiˈkos
Where it comes from
τεχνολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική technologique < technologie < αρχαία ελληνική τέχνη + λέγω
adjective τεχνολογικός · τεχνολογική · τεχνολογικό · τεχνολογικού · τεχνολογικής
- που έχει σχέση με την τεχνολογία, βασίζεται ή αναφέρεται σ’ αυτή ※ Η εμμονή εκείνων των συγγραφέων στην πυραυλική τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια αποδείχθηκε άστοχη. Η προσσελήνωση δεν οδήγησε πουθενά. Δεν υπάρχουν γήινες αποικίες ούτε στη Σελήνη ούτε στον Άρη. Ύστερα από μισόν αιώνα ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, ο «homo sapiens» παραμένει καθηλωμένος στη Γ
In English
- technological of, relating to, or involving technology
Talk about this word "τεχνολογικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τεχνολογικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "τεχνολογικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τεχνολογικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}