τεύτλο

Ελληνικά

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

τεύτλο

  • ˈtef.tlo

D'où il vient

τεύτλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τεῦτλον. Παραβάλετε το κληρονομημένο σέσκουλο.

nom τεύτλο · τεύτλα · τεύτλου · τεύτλων

  1. λαχανικό γένος εδώδιμων, ποωδών φυτών, όπως το ζαχαρότευτλο, το σέσκουλο, το παντζάρι ή κοκκινογούλι κ.ά. ※ Στην Ελασσόνα η τοπική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών παράγει δοκιμαστικά βιοντίζελ από ελαιοκράμβη που καλλιεργούν οι αγρότες της περιοχής εγκαταλείποντας άλλες καλλιέργειες, που πλέον δεν επιδοτούνται σημαντικά, ενώ στον Έβρο έχει ξεκινήσει η δοκιμαστική παραγωγή καυσίμων από τεύτλα, από τους ίδι

Parler de ce mot

Citer
MLA

"τεύτλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τεύτλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%BB%CE%BF

Chicago

"τεύτλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τεύτλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}