τεύχος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τεύχος
- ˈtef.xos
Where it comes from
τεύχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τεῦχος (κώδικας από φύλλα παπύρου ή περγαμηνής) < αρχαία ελληνική τεῦχος (εργαλείο, όπλο) < τεύχω (=φτιάχνω, κατασκευάζω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dheugh- (> τυγχάνω)
noun τεύχος · τεύχη · τεύχους · τευχών
- κάθε έκδοση ενός περιοδικού, ένθετου, κ.λπ. που κυκλοφορεί σε τακτά χρονικά διαστήματα (εβδομαδιαίο, μηνιαίο κ.ο.κ.) η εφημερίδα μας, μια φορά το μήνα κυκλοφορεί με ειδικό ένθετο τεύχος για την οικονομία
- τμήμα βιβλίου ή συγγράμματος που τυπώνεται και κυκλοφορεί σε συμπληρωματικούς τόμους αυτό που σε ενδιαφέρει βρίσκεται στο δεύτερο τεύχος του συγγράμματος της γενικής παθολογίας
- τυπογραφικό φύλλο έκδοσης που διατίθεται τμηματικά, μέχρι την ολοκλήρωση ενός έργου θυμάσαι παλιά που αγοράζαμε τις εγκυκλοπαίδειες σε τεύχη, τα οποία μετά δέναμε σε τόμους ;
In English
- issue a single edition of a periodical publication
Talk about this word "τεύχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. τεύχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82 "τεύχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τεύχος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}