τζίρος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τζίρος¹

Where it comes from

τζίρος < ιταλική giro < λατινική gyrus < ελληνιστική κοινή γῦρος (αντιδάνειο)

noun τζίρος · τζίροι · τζίρου · τζίρων · τζίρο · τζίρους

  1. το ποσό που εισέπραξε μια επιχείρηση (π.χ. ένα εμπορικό κατάστημα) σε ένα χρονικό διάστημα ※ Με «νεκρή πόλη» εξακολουθεί να μοιάζει η Πλάκα, καθώς, παρά το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων πριν ακριβώς από ένα μήνα και της επαναλειτουργίας των καταστημάτων εστίασης από τις 25 Μαΐου, πολλές επιχειρήσεις παραμένουν κλειστές, ενώ οι περισσότερες από όσες λειτουργούν βλέπουν τον τζίρο τους
  2. όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις

Similar: είσπραξη, κύκλος εργασιών

Τζίρος²

Where it comes from

Τζίρος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Τζίρος · Τζίροι · Τζίρου · Τζίρων · Τζίρο · Τζίρους

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"τζίρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%AF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τζίρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%AF%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"τζίρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%AF%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τζίρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%AF%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}