τζιν

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τζιν

Where it comes from

τζιν < (άμεσο δάνειο) αγγλική gin

noun τζιν

  1. άχρωμο οινοπνευματώδες ποτό ※ Ύστερα με ρώτησε αν είχα κάτι να πιει. -Τζιν τόνικ, ας πούμε. Δεν είναι δυνατόν να μην έχετε τζιν και τόνικ σ' ένα σπίτι σαν αυτό... - Ο Μαρκ εγώ πίνουμε πότε πότε τζιν, άρα μπορεί να υπάρχει ένα μπουκάλι, γι'αυτόν τον λόγο κι όχι επειδή «σ'ένα σπίτι σαν αυτό» πρέπει να υπάρχει τζιν. (Νίνο Χαρατισ

noun τζιν

  1. βαμβακερό ύφασμα με χαρακτηριστική διαγώνια ύφανση
  2. παντελόνι από τέτοιο ύφασμα, κυρίως το λεγόμενο και μπλουτζίν ※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και

adjective τζιν

  1. ρούχο, ένδυμα φτιαγμένο από το παραπάνω βαμβακερό ύφασμα ήρθε στη γιορτή φορώντας τζιν πουκάμισο

In English

  • jeans denim trousers
  • gin alcoholic beverage

Talk about this word

Cite this
MLA

"τζιν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%BD. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τζιν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%BD

Chicago

"τζιν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τζιν},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%BD},
  urldate = {2026-11-06}
}