मिकविन

τζόβενο

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

τζόβενο

  • ˈd͡zo.ve.no

यह कहाँ से आया

τζόβενο < (άμεσο δάνειο) βενετική zovan(e) (ιταλική giovane (νέος)) < λατινική juvenis

संज्ञा τζόβενο · τζόβενα · τζόβενου · τζόβενων

  1. νεαρός ※ Το δημαρχιλίκι δεν είναι επάγγελμα... Δείτε και την ηλικία μου, δεν είμαι κάνα τζόβενο», είπε αστειευόμενος στην απόφασή του να αποσυρθεί. (* «Μπουτάρης: Δεν είμαι και κανένα τζόβενο και δεν θα ευλογήσω κανέναν υποψήφιο για τον Δήμο», eleftherostypos.gr)
  2. ironic, ειρωνικό ο άνθρωπος μεγάλης ηλικίας που παριστάνει τον νεότερο ※ Γραφω, τώ λέγω, σάτυραν διά να κωμωδήσω ένα γεροντοπαλλήκαρο που μου κάνει το τζόβενο. -« Αλλα και συ, με λέγει, γεροντοπαλλήκαρο είσαι, αν και δεν κάμνης το τζόβενο. (Ho philokalos smyrnaios@books.google, 1850) (Χρειάζεται διαμόρφωση)
  3. figuratively, μεταφορικά ο νεαρός βοηθός
  4. idiomatic, ναυτικός όρος, ιδιωματισμός ο πρωτόμπαρκος ναύτης καταστρώματος, συνήθως καθαριστής καταστρώματος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

    मिलते-जुलते: μούτσος, ναυτόπαις

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"τζόβενο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CF%8C%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τζόβενο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CF%8C%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CE%BF

Chicago

"τζόβενο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CF%8C%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τζόβενο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CF%8C%CE%B2%CE%B5%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}