τζόγος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τζόγος¹
Where it comes from
τζόγος < (άμεσο δάνειο) βενετική zogo < ιταλική gioco < λατινική iocus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *yek- (μιλώ)
noun τζόγος · τζόγοι · τζόγου · τζόγων · τζόγο · τζόγους
- χαρτοπαιξία ※ Η μετάβαση λοιπόν στη βιομηχανική εποχή που ακολούθησε την αγροτική οικονομία και κοινωνία, συνδέθηκε με τις επιδρομές των ληστών, την παράνομη οπλοκατοχή αλλά και το λαθρεμπόριο. Κατόπιν, η μετάβαση στην καταναλωτική κοινωνία, είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο σ
- , συνηθέστερη χρήση: η τυχαιοπαιγνία, οποιοδήποτε τυχερό παιχνίδι
- το κενό που υπάρχει ανάμεσα σε δύο αντικείμενα που δεν έχουν ταιριάξει ακριβώς, όπως πρέπει
Τζόγος²
Where it comes from
Τζόγος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Τζόγος · Tzogos
- ανδρικό επώνυμο
In English
- gambling activity characterised by a balance between winning and losing that is governed
Talk about this word "τζόγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τζόγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82 "τζόγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τζόγος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B6%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}