τηγάνι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τηγάνι
- tiˈɣa.ni
Where it comes from
τηγάνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τηγάνιν < ελληνιστική κοινή τηγάνιον, υποκοριστικό του αρχαίου τήγανον → δείτε και τη λέξη τάγηνον
noun τηγάνι · τηγάνια · τηγανιού · τηγανιών
- οικιακό σκεύος που χρησιμοποιείται για τηγάνισμα ή σοτάρισμα ※ Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 19
- αβαθής δεξαμενή που γεμίζεται με θαλασσινό νερό για την παραγωγή αλατιού, το αλοπήγιο ※ Ο Νίκος Κορδώσης θυμάται τον εαυτό του από μικρό παιδί να παίζει στα «τηγάνια», τα αλοπήγια όπου το θαλασσινό νερό εκτίθεται στον ήλιο προκειμένου να στεγνώσει και να μείνει το αλάτι.
- το γήπεδο Καραϊσκάκη, έδρα της ποδοσφαιρικής ομάδας του Ολυμπιακού Πειραιώς (οι οπαδοί του οποίου έχουν το παρατσούκλι «γάβροι»)
In English
- frying pan long-handled, shallow pan used for frying food
- pan flat vessel used for cooking — see also frying pan
Talk about this word "τηγάνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. τηγάνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CE%B9 "τηγάνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τηγάνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}