τηγανίτα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τηγανίτα¹

Where it comes from

τηγανίτα < αρχαία ελληνική τηγανίτης (ἄρτος)

noun τηγανίτα · τηγανίτες · τηγανίτας · τηγανιτών

  1. γαστρονομία τρόφιμο (αλμυρό ή γλυκό) φτιαγμένο από χυλό που περιέχει διάφορα υλικά και τηγανισμένο σε καυτό λάδι Απομακρύνουμε τις τηγανίτες από το τηγάνι με τρυπητή κουτάλα και τις τοποθετούμε σε απορροφητικό χαρτί κουζίνας. Σερβίρονται σκέτες, με ζάχαρη άχνη, μέλι, μαρμελάδα ή γλυκό κουταλιού. (*)

Τηγανίτα²

Where it comes from

Τηγανίτα < γενική ενικού του αρσενικού Τηγανίτας

proper noun Τηγανίτα · Τηγανίτας · Tiganita

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τηγανίτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τηγανίτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B1

Chicago

"τηγανίτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τηγανίτα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}