τηλέφωνο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τηλέφωνο

  • tiˈle.fo.no

Where it comes from

τηλέφωνο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική telephone + -ο ή από τη γαλλική téléphone < διαγλωσσική ορολογία tele- < αρχαία ελληνική τῆλε + φωνή (τηλέ- + -φωνο)

noun τηλέφωνο · τηλέφωνα · τηλεφώνου · τηλέφωνου · τηλεφώνων

  1. συσκευή ασύρματη ή ενσύρματη, με την οποία μπορούμε να συνομιλούμε με κάποιον απομακρυσμένο συνομιλητή
  2. η εγκατάσταση μιας τηλεφωνικής συσκευής και η σύνδεσή της με το τηλεφωνικό δίκτυο που παρέχει τη δυνατότητα για τηλεφωνικές συνδιαλέξεις· η τηλεφωνική σύνδεση δεν πλήρωσα το λογαριασμό και μου έκοψαν το τηλέφωνο
  3. ο αριθμός κλήσης ενός συνδρομητή μιας τηλεφωνικής εταιρείας πες μου το τηλέφωνό σου να το γράψω στην ατζέντα μου
  4. figuratively, μεταφορικά το τηλέφωνο ντουζιέρας, ο καταιονητήρας

In English

  • telephone telecommunication device which converts data or sounds into electrical signals w

Talk about this word

Cite this
MLA

"τηλέφωνο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%AD%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τηλέφωνο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%AD%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF

Chicago

"τηλέφωνο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%AD%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τηλέφωνο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%AD%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}