τηλεματική

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τηλεματική

Where it comes from

τηλεματική < (άμεσο δάνειο) αγγλική telematics < γαλλική télématique < télécommunication + informatique. Ο γαλλικός όρος επινοήθηκε το 1978 από τους Simon Nora και Alain Minc

noun τηλεματική · τηλεματικές · τηλεματικής · τηλεματικών

  1. neologism, τηλεπικοινωνίες, νεολογισμός ο συνδυασμός τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής για την έγκαιρη διακίνηση κάθε είδους πληροφορίας, όπως μετάδοση ήχου, εικόνας δεδομένων, κλπ., σε πραγματικό χρόνο Το σύστημα της Τηλεματικής περιλαμβάνει την εγκατάσταση εξοπλισμού σε 1750 λεωφορεία και 250 τρόλεϊ για την παρακολούθηση του συγκοινωνιακού έργου σε πραγματικό χρόνο, αλλά και την πληροφόρηση του επιβατικού κοινού για την εκτέλεση των δρομολογίων μέσω 1.000 «έξυπνων» στάσεων. «Παράλληλα θα λειτουργ

Similar: τηλεπληροφορική

Thesaurus

In English

  • telematics science of sending, receiving and storing information via telecommunication devi

Talk about this word

Cite this
MLA

"τηλεματική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τηλεματική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"τηλεματική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τηλεματική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}