מיקווין

τηλεσκοπικός

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

τηλεσκοπικός

מאיפה זה בא

τηλεσκοπικός < τηλεσκόπιο

שם תואר τηλεσκοπικός · τηλεσκοπική · τηλεσκοπικό · τηλεσκοπικού · τηλεσκοπικής

  1. σχετικός με το τηλεσκόπιο
  2. που είναι κατασκευασμένος από κυλινδρικά μέρη διαφορετικής διατομής κατά τρόπο ώστε το ένα μέρος να μπορεί να συμπτύσσεται μέσα στο άλλο και επομένως το μήκος του συνόλου να αυξομειώνεται τηλεσκοπική κεραία

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"τηλεσκοπικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τηλεσκοπικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"τηλεσκοπικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τηλεσκοπικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}