τηρώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τηρώ¹
- tiˈɾo
Where it comes from
τηρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τηρῶ, συνηρημένος τύπος του τηρέω. Παραβάλετε τηράω (παρατηρώ) και ποντιακή τερώ.
verb τηρώ · τηρούσα · τήρησα · τηρούμαι · τηρήθηκα · τηρημένος
- κρατώ, εφαρμόζω, συμμορφώνομαι με τηρεί τους νόμους, είναι νομοταγής
- εφαρμόζω και διατηρώ Τηρούμε τις παραδόσεις του τόπου μας.
- επιβλέπω την εφαρμογή (νόμων) Δύο αστυνομικοί τηρούσαν την τάξη.
- κρατώ, έχω και συμπληρώνω τακτικά Κάθε επιχείρηση υποχρεούται να τηρεί λογιστικά βιβλία.
Τηρώ²
Where it comes from
Τηρώ < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Τηρώ
- γυναικείο όνομα
In English
- observe to follow
Talk about this word "τηρώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. τηρώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8E "τηρώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τηρώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}