τιμωρώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τιμωρώ
Where it comes from
τιμωρώ < μεσαιωνική ελληνική τιμωρῶ (εκδικούμαι) < αρχαία ελληνική τιμωρῶ (βοηθώ)
verb τιμωρώ
- επιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι δυσάρεστο σε αυτόν επειδή έκανε κάτι κακό σύμφωνα με τη δική μου άποψη ※ Όποιος τελεί την πράξη του προηγούμενου άρθρου εναντίον πρεσβευτή διαπιστευμένου στην ελληνική πολιτεία ή άλλου διπλωματικού αντιπροσώπου κατά τον χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. (Νόμος_4619/2019, Κύρωση του
In English
- punish to cause to suffer for crime or misconduct
Talk about this word "τιμωρώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. τιμωρώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8E "τιμωρώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τιμωρώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%89%CF%81%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}