τιμόνι
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
τιμόνι
- tiˈmo.ni
Από πού έρχεται
τιμόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τιμόνι(ν) (πηδάλιο πλοίου) < βενετική timon (οιακοστρόφιο πλοίου, πηδάλιο) + -ι < δημώδης λατινική timonem, αιτιατική του timo < λατινική temo
ουσιαστικό τιμόνι · τιμόνια · τιμονιού · τιμονιών
- όργανο του συστήματος διεύθυνσης των μεταφορικών μέσων, (εκτός ειδικών οχημάτων σκαπτικών, ερπυστριοφόρων, τρένων, τραμ και τελεφερίκ) το οποίο χειρίζεται ο οδηγός σε κάθε αλλαγή κατεύθυνσης ή διατήρησή της
- η εξουσία, η διοίκηση
- ο ρυμός άμαξας
Στα αγγλικά
- steering wheel wheel-shaped control
- handlebar bar for steering
Συζήτησε αυτή τη λέξη "τιμόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. τιμόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9 "τιμόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {τιμόνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}