τοίχος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τοίχος

  • ˈti.xos

Where it comes from

τοίχος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική τοῖχος, παράλληλος τύπος του τεῖχος. Συγκρίνετε με το τείχος.

noun τοίχος · τοίχοι · τοίχου · τοίχων · τοίχο · τοίχους

  1. κατασκεύασμα από διάφορα δομικά υλικά, π.χ. πέτρες, τούβλα κ.λπ., τα οποία τοποθετούνται το ένα πάνω στο άλλο, περιβάλλοντας εξωτερικά ένα κτίσμα ή χωρίζοντάς το εσωτερικά ※ Κοιτάζει τους τοίχους, τις προσόψεις των κτιρίων. Είναι «βαμμένοι». Καλυμμένοι με γκράφιτι, καλικαντζούρες και ορνιθοσκαλίσματα . Το μάτι κολλάει πάνω τους αφηρημένο, καταγράφει, χωρίς απαραιτήτως να βγάζει κάποιο νόημα. Πού και πού διαβάζει συνθήματα. Δηλώσεις και παραγγέλματα. (Μαριαλένα Σεμιτέκ

Similar: ντουβάρι

Thesaurus

noun

Similar: ντουβάρι

In English

  • wall substantial structure acting as side or division in a building

Talk about this word

Cite this
MLA

"τοίχος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τοίχος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82

Chicago

"τοίχος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τοίχος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%AF%CF%87%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}