τοκογλυφία

Ελληνικά

AI En palabras sencillas

Escribiendo una explicación breve…

Escrito por una IA de la casa a partir de la entrada de abajo, en tu idioma. La fuente es la entrada misma.

τοκογλυφία

De dónde viene

τοκογλυφία < τοκογλύφος + -ία < ελληνιστική κοινή τοκογλύφος < αρχαία ελληνική τόκος + γλύφω

sustantivo τοκογλυφία · τοκογλυφίες · τοκογλυφίας · τοκογλυφιών

  1. ο δανεισμός χρημάτων με επιτόκιο υψηλότερο του νόμιμου ※ Πολυμελές κύκλωμα, που αποτελούνταν από τέσσερις ομάδες, και δραστηριοποιούνταν τα τελευταία επτά χρόνια σε τοκογλυφίες, εκβιασμούς, ξέπλυμα μαύρου χρήματος και άλλα αδικήματα στην Κέρκυρα και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας εξαρθρώθηκε από την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Κέρκυρας. (*)

En inglés

  • usury practice of lending money at illegal or unfair rates

Conversar sobre esta palabra

Citar
MLA

"τοκογλυφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CF%85%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τοκογλυφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CF%85%CF%86%CE%AF%CE%B1

Chicago

"τοκογλυφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CF%85%CF%86%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τοκογλυφία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CF%85%CF%86%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}