τομή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τομή

  • toˈmi

Where it comes from

τομή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τομή < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (τέμνω, κόβω)

: έννοια «ανανέωση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Εinschnitt

: για τη γεωμετρία, σχεδιαγράμματα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική coupe ή section

noun τομή · τομές · τομής · τομών

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τέμνω
  2. figuratively, μεταφορικά εκτεταμένη ανανέωση σε κάποιον τομέα
  3. ιατρική η διαίρεση ιστών του σώματος καισαρική τομή
  4. λογοτεχνία η σύντομη παύση σε κάποιο σημείο κατά την απαγγελία ενός στίχου
  5. μαθηματικά, γεωμετρία, σχεδιαγράμματα το σύνολο κοινών σημείων δύο ή περισσότερων γεωμετρικών αντικειμένων η τομή δύο μη παραλλήλων επιπέδων σε τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο είναι μια ευθεία
  6. μαθηματικά, θεωρία συνόλων δυαδικός τελεστής που δέχεται ως τελεστέους δύο σύνολα και παράγει ως αποτέλεσμα ένα νέο σύνολο με τα κοινά στοιχεία τους η τομή των συνόλων { 1, 2, 3, 4 }, { 2, 3 } είναι { 2, 3 }

    Opposite: ένωση

  7. πληροφορική: βάσεις δεδομένων, στη σχεσιακή άλγεβρα ειδική περίπτωση της θεωρίας συνόλων, όπου τα σύνολα είναι οι σχέσεις, οι οποίες περιέχουν ως στοιχεία πλειάδες

    Similar: εσωτερική συνένωση

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τομή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τομή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AE

Chicago

"τομή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τομή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}