τομή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τομή
- toˈmi
Where it comes from
τομή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τομή < τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *tem- (τέμνω, κόβω)
: έννοια «ανανέωση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Εinschnitt
: για τη γεωμετρία, σχεδιαγράμματα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική coupe ή section
noun τομή · τομές · τομής · τομών
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τέμνω
- εκτεταμένη ανανέωση σε κάποιον τομέα
- η διαίρεση ιστών του σώματος καισαρική τομή
- η σύντομη παύση σε κάποιο σημείο κατά την απαγγελία ενός στίχου
- το σύνολο κοινών σημείων δύο ή περισσότερων γεωμετρικών αντικειμένων η τομή δύο μη παραλλήλων επιπέδων σε τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο είναι μια ευθεία
-
δυαδικός τελεστής που δέχεται ως τελεστέους δύο σύνολα και παράγει ως αποτέλεσμα ένα νέο σύνολο με τα κοινά στοιχεία τους
η τομή των συνόλων { 1, 2, 3, 4 }, { 2, 3 } είναι { 2, 3 }
Opposite: ένωση
-
ειδική περίπτωση της θεωρίας συνόλων, όπου τα σύνολα είναι οι σχέσεις, οι οποίες περιέχουν ως στοιχεία πλειάδες
Similar: εσωτερική συνένωση
In English
- cut opening resulting from cutting
- intersection in geometry
- incision cut
Talk about this word "τομή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. τομή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AE "τομή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τομή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}