τοπίο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τοπίο

  • toˈpi.o

Where it comes from

τοπίο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τοπίον < ελληνιστική κοινή τόπιον (αγροτεμάχιο) < αρχαία ελληνική τόπος

: για τη ζωγραφική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική paysage

noun τοπίο · τοπία · τοπίου · τοπίων

  1. τόπος / έκταση που θεωρείται ως μια ενότητα από κάποιον παρατηρητή
  2. ζωγραφική πίνακας ζωγραφικής με θέμα μια τέτοια έκταση ※ Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και

    Similar: τοπιογραφία

  3. figuratively, μεταφορικά η κατάσταση και οι ιδιαιτερότητες που παρατηρούνται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τοπίο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τοπίο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF

Chicago

"τοπίο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τοπίο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}