τοπικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τοπικός

  • to.piˈkos

Where it comes from

τοπικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τοπικός και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική local

: (για το μέρος του σώματος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική topique < αρχαία ελληνική τοπικός

adjective τοπικός · τοπική · τοπικό · τοπικού · τοπικής

  1. που βρίσκεται ή συμβαίνει ή αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο τοπικά προϊόντα, τοπική διάλεκτος
  2. που περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο τοπικά καιρικά φαινόμενα
  3. που αφορά τμήμα ενός αντικειμένου
  4. που αφορά μέρος του ανθρώπινου σώματος τοπική αναισθησία
  5. γραμματική που αφορά έναν τόπο τοπική αντωνυμία
  6. πληροφορική local: μπορεί να αναφέρεται στην τοπική μεταβλητή, στο τοπικό δίκτυο ή στον τοπικό υπολογιστή που συνδέεται σε ένα δίκτυο

In English

  • local of a nearby location
  • regional pertaining to a specific region

Talk about this word

Cite this
MLA

"τοπικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τοπικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"τοπικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τοπικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}