τοπογραφία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τοπογραφία

  • to.po.ɣɾaˈfi.a

Where it comes from

τοπογραφία < ελληνιστική κοινή τοπογραφία (περιγραφή ορίων χώρας) (αρχαία ελληνική τόπος, τοπο- + -γραφία, γράφω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική topographie ή από την αγγλική topography)

noun τοπογραφία · τοπογραφίες · τοπογραφίας · τοπογραφιών

  1. η μορφή και τα (φυσικά ή τεχνητά) χαρακτηριστικά ενός τόπου
  2. broadly, κατ’ επέκταση η απεικόνιση αυτής της μορφής (με τρόπο ανάγλυφο και σε κλίμακα) σε χάρτη
  3. broadly, κατ’ επέκταση η επιστήμη που ασχολείται μ’ αυτήν την απεικόνιση και τη δημιουργία των σχετικών χαρτών
  4. figuratively, μεταφορικά η περιγραφή με λεπτομερειακό τρόπο και η ερμηνεία / ανάλυση των χαρακτηριστικών ενός συνόλου (κοινωνία κ.λπ.)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τοπογραφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τοπογραφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1

Chicago

"τοπογραφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τοπογραφία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}