τοποθετώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τοποθετώ

  • to.po.θeˈto

Where it comes from

τοποθετώ < ελληνιστική κοινή τοποθετέω / τοποθετῶ < αρχαία ελληνική τόπος + τίθημι ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική placer)

verb τοποθετώ · τοποθετούσα · τοποθετήσω · τοποθέτησα · τοποθετούμαι · τοποθετημένος

  1. βάζω κάποιον ή κάτι σε κατάλληλη θέση Πού πρέπει να τοποθετήσω αυτό το βιβλίο;
  2. προδιορίζω κάτι στο χώρο και το χρόνο με βάση κάποια στοιχεία οι αρχαιολόγοι τοποθετούν τον αρχαίο οικισμό στα βόρεια της σημερινής πόλης
  3. διορίζω, ορίζω κάποιον σε θέση ή αξίωμα ο υπουργός τοποθέτησε στη θέση του γενικού γραμματέα του υπουργείου τον κύριο τάδε
  4. για χρήματα επενδύω τοποθέτησε όλα του τα χρήματα σε μετοχές υψηλού ρίσκου
  5. κατατάσσω/εντάσσω κάποιον ή κάτι σε μια κατηγορία συνηθίζεται να τοποθετούμε τον Τέλλο Άγρα στους νεορομαντικούς ποιητές του μεσοπολέμου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τοποθετώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τοποθετώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E

Chicago

"τοποθετώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τοποθετώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}