τοποθετώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τοποθετώ
- to.po.θeˈto
Where it comes from
τοποθετώ < ελληνιστική κοινή τοποθετέω / τοποθετῶ < αρχαία ελληνική τόπος + τίθημι ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική placer)
verb τοποθετώ · τοποθετούσα · τοποθετήσω · τοποθέτησα · τοποθετούμαι · τοποθετημένος
- βάζω κάποιον ή κάτι σε κατάλληλη θέση Πού πρέπει να τοποθετήσω αυτό το βιβλίο;
- προδιορίζω κάτι στο χώρο και το χρόνο με βάση κάποια στοιχεία οι αρχαιολόγοι τοποθετούν τον αρχαίο οικισμό στα βόρεια της σημερινής πόλης
- διορίζω, ορίζω κάποιον σε θέση ή αξίωμα ο υπουργός τοποθέτησε στη θέση του γενικού γραμματέα του υπουργείου τον κύριο τάδε
- επενδύω τοποθέτησε όλα του τα χρήματα σε μετοχές υψηλού ρίσκου
- κατατάσσω/εντάσσω κάποιον ή κάτι σε μια κατηγορία συνηθίζεται να τοποθετούμε τον Τέλλο Άγρα στους νεορομαντικούς ποιητές του μεσοπολέμου
In English
- position to put into place
Talk about this word "τοποθετώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. τοποθετώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E "τοποθετώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τοποθετώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CF%84%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}