τορπίλη

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

τορπίλη

  • toɾˈpi.li

Nó đến từ đâu

τορπίλη < (άμεσο δάνειο) γαλλική torpille < αγγλική torpedo < λατινική torpedo < torpeo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ster (σκληρός, δύσκαμπτος)

danh từ τορπίλη · τορπίλες · τορπίλης · τορπιλών

  1. ναυτικός όρος, στρατιωτικός όρος υποβρύχιο βλήμα που εκτοξεύεται από υποβρύχια ή πλοία επιφανείας με σκοπό την ανατίναξη εχθρικών πλοίων ※ Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"τορπίλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%81%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τορπίλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%81%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%B7

Chicago

"τορπίλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%81%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τορπίλη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%81%CF%80%CE%AF%CE%BB%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}