τορτίγια

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τορτίγια

  • toɾˈti.ʝa

Where it comes from

τορτίγια < (άμεσο δάνειο) ισπανική tortilla

noun τορτίγια · τορτίγιες · τορτίγιας

  1. τρόφιμο, Μεξικό επίπεδο στρογγυλό ψωμί από καλαμποκάλευρο ή αλεύρι ※ Οι φρεσκοψημένες τορτίγιες υπάρχουν παντού, από το πρωινό των ξενοδοχείων μέχρι τα εστιατόρια και τους μικρούς υπαίθριους πάγκους. (Βαγγέλης Δρίσκας, Μεξικάνικη κουζίνα: Η μεγάλη γιορτή των γεύσεων, εφημερίδα Έθνος, 11 Ιουλίου 2020)
  2. τρόφιμο, Ισπανία είδος ομελέτας που περιέχει πατάτες και κρεμμύδια ※ H ισπανική τορτίγια είναι δημοφιλής σε ολόκληρη την Ισπανία και συνήθως χρησιμεύει ως τάπας, μεζέ δηλαδή. (Ποια φαγητά να δοκιμάσετε αν ταξιδέψετε στην Ισπανία, tvxs.gr, 19 Μαρτίου 2019)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τορτίγια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τορτίγια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%B9%CE%B1

Chicago

"τορτίγια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τορτίγια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}