τουαλέτα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τουαλέτα
- tu.aˈle.ta
Where it comes from
τουαλέτα < (λόγιο δάνειο) γαλλική toilette
noun τουαλέτα · τουαλέτες · τουαλέτας · τουαλετών
- ονομασία για επίσημο, πολυτελές γυναικείο φόρεμα ※ Η ξαφνική εμφάνιση της Σπυριδούλας μέσα στο πατρικό σαλόνι εκείνη την ώρα με αναστάτωσε. Ντυμένη με μια μακριά μαύρη τουαλέτα, ήτανε καθισμένη σταυροπόδι στον καναπέ των γονιών μου. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
- έπιπλο που βρίσκεται κυρίως στην κρεβατοκάμαρα και έχει ενσωματωμένο καθρέφτη
-
εκλεπτυσμένη ονομασία του δωματίου του αποχωρητηρίου
※ Όταν βρεθούμε στην τουαλέτα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στους μυς της ουροδόχου κύστης να συσπαστούν, εξωθώντας τα ούρα από την ουροδόχο κύστη προς την ουρήθρα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στον σφιγκτήρα της ουρήθρας να χαλαρώσει και έτσι γίνεται η ούρηση με απόλυτη συνεργασία. (Γνωριμί
Similar: αποχωρητήριο
- η λεκάνη της τουαλέτας (του καμπινέ)
- η διαδικασία της σωματικής υγιεινής θέλει δυο ώρες κάθε πρωί για την τουαλέτα της
In English
- toilet room used for urination and defecation — see also bathroom, men's room, ladies'
- flush toilet toilet that uses water to remove waste
Talk about this word "τουαλέτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. τουαλέτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1 "τουαλέτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τουαλέτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}