Τουρκία

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

Τουρκία

  • tuɾˈci.a

Da dove viene

Τουρκία < μεσαιωνική λατινική Turcia < Turcus < μεσαιωνική ελληνική Τοῦρκος < περσική تُرْک < μέση περσική < παλαιά τουρκική 𐱅𐰇𐰼𐰜. Μορφολογικά αναλύεται σε Τούρκ(ος) + -ία. Συγκρίνετε με το τουρκιά.

nome proprio Τουρκία · Τουρκίες · Τουρκίας · Τουρκιών

  1. κράτος της Ασίας και της Ευρώπης, γύρω από τα στενά του Βοσπόρου και στη χερσόνησο της Μικράς Ασίας, με πρωτεύουσα την Άγκυρα, επίσημη γλώσσα την τουρκική και νόμισμα την τουρκική λίρα ※ Η Τουρκία είναι ένας από τους πιο μεγάλους επενδυτές στην Αλβανία
  2. figuratively, ιστορία, καταχρηστικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία

In inglese

  • Turkey country at intersection of Europe and Asia

Parla di questa parola

Cita
MLA

"Τουρκία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Τουρκία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1

Chicago

"Τουρκία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Τουρκία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}