τουρνικέ
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
τουρνικέ
Откуда оно
τουρνικέ < γαλλική tourniquet
существительное τουρνικέ
- συσκευή που περιστρέφεται από μια δύναμη αντίδρασης
- περιστρεφόμενος μηχανισμός από μέταλλο ο οποίος τοποθετείται στην είσοδο δημοσίων χώρων κι επιτρέπει να εισέρχεται σε αυτόν ένα άτομο κάθε φορά
- αιμοστατικό εξάρτημα, για περίδεση μελών του σώματος ώστε να μειωθεί στο έπακρο η ροή του αίματος.
По-английски
- turnstile rotating mechanical device
Обсудить это слово "τουρνικέ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD. Accessed 7 Nov. 2026. τουρνικέ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD "τουρνικέ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {τουρνικέ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD},
urldate = {2026-11-07}
}