τουρνικέ

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

τουρνικέ

Откуда оно

τουρνικέ < γαλλική tourniquet

существительное τουρνικέ

  1. τεχνολογία συσκευή που περιστρέφεται από μια δύναμη αντίδρασης
  2. περιστρεφόμενος μηχανισμός από μέταλλο ο οποίος τοποθετείται στην είσοδο δημοσίων χώρων κι επιτρέπει να εισέρχεται σε αυτόν ένα άτομο κάθε φορά
  3. ιατρική αιμοστατικό εξάρτημα, για περίδεση μελών του σώματος ώστε να μειωθεί στο έπακρο η ροή του αίματος.

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"τουρνικέ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τουρνικέ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD

Chicago

"τουρνικέ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τουρνικέ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD},
  urldate = {2026-11-07}
}