τούβλο
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
τούβλο
- ˈtu.vlo
어원
τούβλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τοῦβλον < τούβουλον < υστερολατινική tubulus / tublus (μικρό σωλήνας, όπως φαίνεται στα τούβλα), υποκοριστικό για τη λατινική tubus (σωλήνας)
명사 τούβλο · τούβλα · τούβλου · τούβλων
-
αντικείμενο που χρησιμεύει ως οικοδομικό υλικό· έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, κατασκευάζεται από πηλό και ψήνεται σε υψηλή θερμοκρασία
비슷한 말: οπτόπλινθος
- άνθρωπος που δεν μπορεί να καταλάβει και να αφομοιώσει τα σχολικά μαθήματα
비슷한 말: βήσαλο
유의어·반의어
명사
비슷한 말: βήσαλο
영어로
- brick hardened block used for building
이 단어에 대해 이야기하기 "τούβλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B2%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. τούβλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B2%CE%BB%CE%BF "τούβλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B2%CE%BB%CE%BF.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {τούβλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B2%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}