Τούρκος
Ελληνικά
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
Τούρκος
De unde vine
Τούρκος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Τοῦρκος < περσική تُرْک (tork) < μέση περσική ? (twlk' προφορά: turk) < παλαιά τουρκική 𐰜𐰼𐰇𐱅 (türük) < πρωτοτουρκική *tür(ü)k (Τούρκος, κάποιος τουρκικής καταγωγής)
:* για το τουρκικό → δείτε τη λέξη Türk
substantiv propriu Τούρκος · Τούρκοι · Τούρκου · Τούρκων · Τούρκο · Τούρκους
- αυτός που κατάγεται από την Τουρκία ή έχει τουρκική υπηκοότητα ※ Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επισκέφθηκε σήμερα την Αλβανία για να συνομιλήσει με τον Αλβανό Πρωθυπουργό Έντι Ράμα
- μουσουλμάνος υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανεξαρτήτως εθνότητας ※ Είδον έως 10 σωρούς Τούρκους φονευμένους, μαύρους, άσπρους, κάθε είδους.
- πολύ θυμωμένος, εξαγριωμένος, εκτός εαυτού Έγινε Τούρκος μ' αυτά που άκουσε και του κοπάνησε μια μπουνιά.
- με πολύ αψιά γεύση ή δύναμη Το κρεμμύδι που καθάρισα ήταν τούρκος και τα μάτια μου κλαίνε συνεχώς.
În engleză
- Turk a person from Turkey
Discută despre acest cuvânt "Τούρκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. Τούρκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82 "Τούρκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {Τούρκος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}