τρέμω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τρέμω
- ˈtɾe.mo
Where it comes from
τρέμω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρέμω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *trem- (τρέμω) < *ter- (αδύναμος, τρυφερός)
verb τρέμω · έτρεμα
- εμφανίζω ακούσιες κινήσεις σε διάφορα μέρη του σώματός μου, που οφείλονται σε φυσικά ή παθολογικά αίτια ※ Όταν το χέρι τρέμει έντονα και ανεξέλεγκτα όταν το τεντώνουμε για να πιάσουμε κάτι, μπορεί να αποτελεί ένδειξη αταξίας - μίας διαταραχής που μερικές φορές σχετίζεται με την σκλήρυνση κατά πλάκας (πολλαπλή σκλήρυνση). Άλλα συμπτώματα αταξίας είναι η «μπερδεμένη» ομιλία και η αστάθεια στη βάδιση. (*
- κινούμαι παλινδρομικά με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση ※ Οι κάτοικοι της περιοχής αναφέρουν ότι η γη τρέμει κάτω από τα πόδια τους, καθώς καθημερινά εκδηλώνονται μικροσεισμοί. (enet.gr)
- τρεμοσβήνω
- εμφανίζω ακούσιες διακυμάνσεις ή διακοπές
- φοβάμαι (και -ενδεχομένως- αγωνιώ) ※ Μέσα μου έτρεμα μα δεν τους έκανα το χατίρι να δείξω πανικό. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
In English
Talk about this word "τρέμω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. τρέμω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%89 "τρέμω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τρέμω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}