τρέξιμο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρέξιμο

  • ˈtɾe.ksi.mo

Where it comes from

τρέξιμο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρέξιμον. Συγχρονικά αναλύεται σε τρεξ- (τρέχω) + -ιμο

noun τρέξιμο · τρεξίματα · τρεξίματος · τρεξιμάτων

  1. αθλητισμός αγώνισμα δρόμου
  2. figuratively, μεταφορικά, στον ενικό και στον πληθυντικό πολλές δουλειές που απαιτούν πολύπλοκες ενέργειες έχω πολύ τρέξιμο να κάνω σε διάφορες υπηρεσίες για πάρω τη βεβαίωση που θέλω, τρέχω και δε φτάνω

    Similar: τρεχάματα

  3. figuratively, plural, μεταφορικά, στον πληθυντικό υποθέσεις με εμπλοκή και προβλήματα έχει τρεξίματα με την εφορία: τον καλέσανε για έλεγχο

    Similar: τρεχάματα, μπλεξίματα

In English

  • run act of running

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρέξιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BE%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρέξιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BE%CE%B9%CE%BC%CE%BF

Chicago

"τρέξιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BE%CE%B9%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρέξιμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CE%BE%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}