τρέφω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τρέφω
- ˈtɾe.fo
Where it comes from
τρέφω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρέφω
verb τρέφω · έτρεφα · θρέψω · έθρεψα · τρέφομαι · τράφθηκα
- παρέχω σε κάποιον τροφή, φαγητό ※ Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν, που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί, κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι, περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
- παρέχω σε κάποιον τα μέσα για να ζήσει
- έχω, νιώθω τρέφω μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητές του
- αφήνω να αναπτυχθεί τρέφω μούσι
- εκτρέφω ζώα
- (για τραύμα / πληγή) επουλώνομαι, κλείνω
In English
Talk about this word "τρέφω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%86%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. τρέφω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%86%CF%89 "τρέφω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%86%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τρέφω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%86%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}