τρίπτυχο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρίπτυχο

Where it comes from

τρίπτυχο < αρχαία ελληνική τρίπτυχον, ουδέτερο του τρίπτυχος < τρι- + πτύσσω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική triptyque ή (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική triptych)

noun τρίπτυχο · τρίπτυχα · τριπτύχου · τρίπτυχου · τριπτύχων

  1. τέχνη εικόνα ή σειρά εικόνων ζωγραφισμένη σε τρία τμήματα, εκ των οποίων τα δύο εξωτερικά συνδέονται με μεντεσέδες και διπλώνουν / κλείνουν πάνω στο μεσαίο
  2. έγγραφο τριών φύλλων
  3. figuratively, μεταφορικά τρία στοιχεία, έννοιες κ.λπ. που έχουν μεταξύ τους σχέση ή συνδέονται
  4. παλαιογραφία χειρόγραφο που αποτελείται από τρία φύλλα χαρτιού ή περγαμηνής που διπλώνονται στα δύο και ράβονται μαζί κατά μήκος της άκρης τους

In English

  • triptych art: a picture or series of pictures painted on three tablets connected by hinge

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρίπτυχο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρίπτυχο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%BF

Chicago

"τρίπτυχο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρίπτυχο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}