τρίτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρίτος¹

  • ˈtɾi.tos

Where it comes from

τρίτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρίτος.

adjective τρίτος · τρίτη · τρίτο

  1. που ακολουθεί τον δεύτερο και προηγείται του τετάρτου· που αντιστοιχεί στην θέση υπ' αριθμόν τρία (3) ο τρίτος μήνας, η τρίτη φορά, ήρθε τρίτος

noun τρίτος · τρίτη · τρίτοι · τρίτου · τρίτων

  1. κάποιος που δεν εμπλέκεται άμεσα σε μια υπόθεση ή δεν έχει άμεση σχέση με κάποιο πρόσωπο Δεν θα ήθελα να μεταφέρεις αυτά που σου είπα σε οποιονδήποτε τρίτο,
  2. ναυτικός όρος αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού, ο τρίτος καπετάνιος ή ο τρίτος μηχανικός Μην κάνεις του κεφαλιού σου. Ρώτα τον τρίτο.
  3. ο Μάρτιος (όταν διαβάζουμε ημερομηνία γραμμένη με αριθμητικά ψηφία) Το χρέος θα καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 18/3 — ΣτΕ: ανάγνωση: δεκαοχτώ τρίτου
  4. ο τρίτος όροφος κτιρίου Νομίζω μένουν στον τρίτο.

Τρίτος²

Where it comes from

Τρίτος < τρίτος

proper noun Τρίτος · Τρίτοι · Τρίτου · Τρίτων · Τρίτο · Τρίτους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • third the ordinal form of the cardinal number three — see also 3rd

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρίτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

τρίτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"τρίτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρίτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}