τρίτωνας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τρίτωνας
Where it comes from
τρίτωνας < αρχαία ελληνική Τρίτων (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική triton ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική Triton)
noun τρίτωνας · τρίτωνες · τρίτωνα · τριτώνων
- μικρό υδρόβιο αμφίβιο του γένους Triturus, με ουρά και τέσσερα πόδια, συγγενικό της σαλαμάνδρας, που περνά μέρος της ζωής του μέσα στο νερό
- μεγάλο θαλάσσιο σαλιγκάρι (Charonia tritonis) με εντυπωσιακό, σπειροειδές κέλυφος, που ανήκει στα γαστερόποδα και συχνά ζει σε κοραλλιογενείς περιοχές
- φυσικός δορυφόρος του Ποσειδώνα, με ιδιαίτερη τροχιά και γεωλογική δραστηριότητα, ο μεγαλύτερος του πλανήτη
In English
- newt type of salamander
Talk about this word "τρίτωνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τρίτωνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82 "τρίτωνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τρίτωνας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}