τρίτωνας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρίτωνας

Where it comes from

τρίτωνας < αρχαία ελληνική Τρίτων (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική triton ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική Triton)

noun τρίτωνας · τρίτωνες · τρίτωνα · τριτώνων

  1. ζωολογία μικρό υδρόβιο αμφίβιο του γένους Triturus, με ουρά και τέσσερα πόδια, συγγενικό της σαλαμάνδρας, που περνά μέρος της ζωής του μέσα στο νερό
  2. ζωολογία μεγάλο θαλάσσιο σαλιγκάρι (Charonia tritonis) με εντυπωσιακό, σπειροειδές κέλυφος, που ανήκει στα γαστερόποδα και συχνά ζει σε κοραλλιογενείς περιοχές
  3. αστρονομία φυσικός δορυφόρος του Ποσειδώνα, με ιδιαίτερη τροχιά και γεωλογική δραστηριότητα, ο μεγαλύτερος του πλανήτη

In English

  • newt type of salamander

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρίτωνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρίτωνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82

Chicago

"τρίτωνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρίτωνας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}