τρίχα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τρίχα¹
- ˈtɾi.xa
Where it comes from
τρίχα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρίχα < ελληνιστική κοινή τρίχα < αρχαία ελληνική θρίξ, από την αιτιατική «τὴν τρίχα» (γενική: τῆς τριχός)
noun τρίχα · τρίχες · τρίχας · τριχών
-
νηματοειδές υλικό που φυτρώνει στο δέρμα των περισσότερων θηλαστικών
→ χρειάζεται παράθεμα
Similar: κερατόνημα, κερατονήμα, νήμα κερατίνης
- πολύ μικρή απόσταση («όσο μια τρίχα») ※ Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. (Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδ. Πατάκη, 2016)
Τρίχα²
Where it comes from
Τρίχα < γενική ενικού του αρσενικού Τρίχας
proper noun Τρίχα · Τρίχας · Tricha
- γυναικείο επώνυμο
In English
- hair pigmented filament of keratin on the skin of humans and other mammals
Talk about this word "τρίχα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. τρίχα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%B1 "τρίχα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τρίχα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%AF%CF%87%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}