τραβεστί

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τραβεστί

  • tɾa.veˈsti

Where it comes from

τραβεστί < (λόγιο δάνειο) γαλλική travesti, μετοχή του se travestir < ιταλική travestire (μεταμφιέζομαι) → και δείτε τις λατινικές λέξεις trans-, vestio και vestis. Αρχική σημασία της γαλλικής λέξης: αυτό που συμμετέχει σε γιορτή μεταμφιεσμένων. Μετά το 1913, η σύγχρονη σημασία.

noun τραβεστί

  1. άτομο αρσενικού φύλου που ντύνεται με γυναικεία ρούχα

Similar: παρενδυτικός ομοφυλόφιλος, τραβέλι

adjective τραβεστί

  1. figuratively, μεταφορικά ο ψεύτικος, ο πλαστός, ο κίβδηλος, που μεταμφιέζεται (συνήθως για να αποκρύψει κάτι) οικονομία τραβεστί, τραβεστί βραβεία, τραβεστί γλώσσα

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τραβεστί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τραβεστί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF

Chicago

"τραβεστί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τραβεστί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF},
  urldate = {2026-11-07}
}