τραμ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τραμ
- tɾam
Where it comes from
τραμ < (άμεσο δάνειο) γαλλική tram < συγκοπή από την αγγλική tram-way
noun τραμ
- μεταφορικό μέσο των αστικών κέντρων που κινείται με ηλεκτρισμό επάνω σε σιδηροτροχιές ※ Όταν στην περίοδο 1908-1910 εμφανίζεται ο ηλεκτροκίνητος τροχιόδρομος, το τραμ, οι συνοικίες αυτές είναι από τις πρώτες που εξυπηρετούνται με το νέο αυτό συγκοινωνιακό μέσο, το οποίο αργότερα συμπληρώνεται με τη δρομολόγηση βενζινοκίνητων λεωφορείων. (Μάρω Βουγιούκα, Βασίλης Μεγαρίδης, Κουκάκι, Φι
Similar: τραμβάι, τροχιόδρομος
Thesaurus
noun
Similar: τραμβάι, τροχιόδρομος
In English
- tram passenger vehicle
Talk about this word "τραμ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC. Accessed 7 Nov. 2026. τραμ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC "τραμ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τραμ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC},
urldate = {2026-11-07}
}