τραστ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τραστ

Where it comes from

τραστ < (λόγιο δάνειο) αγγλική trust < με απώτατη αρχή την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *drowzdo (δυναμώνω, ισχυροποιώ)

noun τραστ

  1. οικονομία μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση που προέρχεται από συνένωση ή συγχώνευση μικρότερων, προκειμένου να εξαλειφθεί ο μεταξύ τους ανταγωνισμός

    Similar: κοινοπραξία, κονσόρτσιουμ

  2. broadly, κατ’ επέκταση, οικονομία οποιαδήποτε πολύ μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση
  3. οικονομία, νομικός όρος εταιρεία που έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται τα κεφάλαια και τα περιουσιακά στοιχεία κάποιων (αποθανόντων, ανηλίκων κ.ά.) και να τους εκπροσωπεί νομικά

In English

  • trust a group of businessmen or traders

Talk about this word

Cite this
MLA

"τραστ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τραστ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84

Chicago

"τραστ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τραστ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84},
  urldate = {2026-11-07}
}