τραστ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τραστ
Where it comes from
τραστ < (λόγιο δάνειο) αγγλική trust < με απώτατη αρχή την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *drowzdo (δυναμώνω, ισχυροποιώ)
noun τραστ
-
μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση που προέρχεται από συνένωση ή συγχώνευση μικρότερων, προκειμένου να εξαλειφθεί ο μεταξύ τους ανταγωνισμός
Similar: κοινοπραξία, κονσόρτσιουμ
- οποιαδήποτε πολύ μεγάλη εταιρεία ή επιχείρηση
- εταιρεία που έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται τα κεφάλαια και τα περιουσιακά στοιχεία κάποιων (αποθανόντων, ανηλίκων κ.ά.) και να τους εκπροσωπεί νομικά
In English
- trust a group of businessmen or traders
Talk about this word "τραστ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84. Accessed 7 Nov. 2026. τραστ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84 "τραστ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τραστ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84},
urldate = {2026-11-07}
}