τραυλίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τραυλίζω
- tɾaˈvli.zo
Where it comes from
τραυλίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τραυλίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε τραυλ(ός) + -ίζω.
verb τραυλίζω · τραύλιζα · τραυλίσει · τραυλίσω · τραύλισα
- πάσχω από τραυλισμό Είναι βραδύγλωσσος και τραυλίζει.
- δυσκολεύομαι περιστασιακά να βρω τις κατάλληλες λέξεις ή να εκφέρω λόγο, κυρίως εξαιτίας συναισθηματικής έντασης ≈ συνώνυμα: μπερδεύω τα λόγια μου, μπερδεύω την γλώσσα μου
- μιλάω χαμηλόφωνα, συνήθως τρεμουλιάζοντας και κομπιάζοντας ≈ συνώνυμα: μουρμουρίζω, ψελλίζω
In English
Talk about this word "τραυλίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. τραυλίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89 "τραυλίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τραυλίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}