τρελός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρελός

  • tɾeˈlos

Where it comes from

τρελός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρελός < ελληνιστική κοινή τρηρός < αρχαία ελληνική τρήρων. Η παρωχημένη γραφή με δύο λάμδα <λλ> είχε προέλθει από μια λιγότερο πιθανή άποψη, ότι η μεσαιωνική λέξη σχετιζόταν ετυμολογικά με κάποια ανθρωπωνύμια όπως Τρέλλος

: Και ουσιαστικοποιημένο.

adjective τρελός · τρελή · τρελό · τρελού · τρελής

  1. που έχει τρελαθεί Είσαι τρελός; Γιατί μου φέρεσαι έτσι;

    Similar: ζαβός, ζουρλός, λωλός, μουρλός, παλαβός, σαλός

  2. που αγαπά παθιασμένα κάποιον ή κάτι Είναι τρελοί με την ομάδα τους.
  3. που βρίσκεται πέρα από τη λογική, ο παράλογος Τι είναι τα τρελά που λες;
  4. που βρίσκεται πέρα από αυτό που μπορεί κάποιος να ανεχτεί, ο εξωφρενικός Είναι τρελό να χρησιμοποιείς το αυτοκίνητο για να πας να αγοράσεις τσιγάρα!
  5. ο ανόητος, ο απερίσκεπτος Όταν είπε την τρελή του ιδέα να ληστέψουν την τράπεζα, όλοι γέλασαν.
  6. ο παράφορος, ο παθιασμένος τρελός έρωτας
  7. ο εύθυμος, ο ζωηρός, ο πολύ κεφάτος τρελό ταξίδι / βράδυ

noun τρελός · τρελή · τρελό · τρελού · τρελής

  1. ο φρενοβλαβής (θηλυκό τρελή)
  2. σκάκι ο αξιωματικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρελός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρελός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%82

Chicago

"τρελός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρελός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}