τρελός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τρελός
- tɾeˈlos
Where it comes from
τρελός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρελός < ελληνιστική κοινή τρηρός < αρχαία ελληνική τρήρων. Η παρωχημένη γραφή με δύο λάμδα <λλ> είχε προέλθει από μια λιγότερο πιθανή άποψη, ότι η μεσαιωνική λέξη σχετιζόταν ετυμολογικά με κάποια ανθρωπωνύμια όπως Τρέλλος
: Και ουσιαστικοποιημένο.
adjective τρελός · τρελή · τρελό · τρελού · τρελής
- που έχει τρελαθεί Είσαι τρελός; Γιατί μου φέρεσαι έτσι;
- που αγαπά παθιασμένα κάποιον ή κάτι Είναι τρελοί με την ομάδα τους.
- που βρίσκεται πέρα από τη λογική, ο παράλογος Τι είναι τα τρελά που λες;
- που βρίσκεται πέρα από αυτό που μπορεί κάποιος να ανεχτεί, ο εξωφρενικός Είναι τρελό να χρησιμοποιείς το αυτοκίνητο για να πας να αγοράσεις τσιγάρα!
- ο ανόητος, ο απερίσκεπτος Όταν είπε την τρελή του ιδέα να ληστέψουν την τράπεζα, όλοι γέλασαν.
- ο παράφορος, ο παθιασμένος τρελός έρωτας
- ο εύθυμος, ο ζωηρός, ο πολύ κεφάτος τρελό ταξίδι / βράδυ
noun τρελός · τρελή · τρελό · τρελού · τρελής
- ο φρενοβλαβής (θηλυκό τρελή)
- ο αξιωματικός
In English
Talk about this word "τρελός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. τρελός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%82 "τρελός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τρελός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}