τριγυρίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
τριγυρίζω
Where it comes from
τριγυρίζω < μεσαιωνική ελληνική τριγυρίζω < τριγύρω < τρι- + γύρω < ελληνιστική κοινή γῦρος
verb τριγυρίζω · τριγύριζα · θα τριγυρίζω · να τριγυρίζω · τριγυρίζοντας
- περιφέρομαι, γυρνάω γύρω γύρω σε ένα μέρος χωρίς συγκεκριμένο σκοπό και κατεύθυνση
- περιβάλλω, περιτριγυρίζω
- περιτριγυρίζω, πλησιάζω ή ενοχλώ κάποιον με κάποιον σκοπό
- περιτριγυρίζω, πλησιάζω ή ενοχλώ κάποιον με ερωτικούς σκοπούς ※ Ένα πλουσιόπαιδο του τόπου εδώ τριγύριζε τη Φρόσω από καιρό, από τότε που κατοικούσαν ακόμα στο επαρχείο. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )
- φαίνεται ότι πλησιάζω να κολλήσω κάποιον
In English
- wander to move without purpose or specified destination; often in search of livelihood
Talk about this word "τριγυρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. τριγυρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "τριγυρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {τριγυρίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}