τρολ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τρολ

Where it comes from

τρολ < (άμεσο δάνειο) αγγλική troll < σουηδική ή νορβηγική troll < παλαιά νορβηγική trǫll < πρωτογερμανική *truzlą < προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή

noun τρολ

  1. αγγλική, σκανδιναβική λαογραφία υπερφυσικό πλάσμα με παραμορφωμένα ανθρώπινα χαρακτηριστικά
  2. internet slang, neologism, νεολογισμός, διαδικτυακή αργκό που καταχράται ένα δίκτυο συζήτησης στέλνοντας προκλητικά μηνύματα με σκοπό τον εκνευρισμό των μελών του και ατέλειωτες συζητήσεις ※ Πλάκα κάνω. Απλά ήθελε να δει τους μαγαζάτορες να τσακώνονται. Ο κλασικός προβοκάτορας. Τρολ. (Λένος Χρηστίδης, Η Μελαμψή Παρθένος, εκδ. Καστανιώτη, 2014

In English

  • troll giant supernatural being; grotesque humanoid creature living in caves or hills o

Talk about this word

Cite this
MLA

"τρολ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BB. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρολ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BB

Chicago

"τρολ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BB.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρολ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BB},
  urldate = {2026-11-07}
}