τρομάζω

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

τρομάζω

  • tɾoˈma.zo

Откуда оно

τρομάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρομάζω < ελληνιστική κοινή τρομάσσω με βάση το συνοπτικό θέμα τρομαξ-, όπως o αόριστος ετρόμαξα κατά το σχήμα τινάσσω τινάζω-τίναξα

глагол τρομάζω · τρόμαξα · τρομαγμένος · τρόμαζα · θα τρομάζω

  1. intransitive, αμετάβατο καταλαμβάνομαι από τρόμο, φοβάμαι Τρομάζω, όταν σκέφτομαι ότι μπορεί να συμβεί κάτι κακό
  2. transitive, μεταβατικό προκαλώ τρόμο σε κάποιον, φοβίζω Με τρόμαξε η συμπεριφορά σου!
  3. + να δυσκολεύομαι, κάνω μεγάλη προσπάθεια για να πετύχω κάτι Τρόμαξε να τα καταφέρει.

Похожие: φοβίζω, εκφοβίζω, τρομοκρατώ, κλάνω μέντες, χυδαίο, κόβω τα ήπατα, κόβω τα πόδια, κόβω τη χολή, μου 'ρθε ταμπλάς, πάγωσε το αίμα μου, είδα κι έπαθα, τραβάω το διάολό μου

Синонимы и антонимы

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"τρομάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τρομάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"τρομάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τρομάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}