τροποποίηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τροποποίηση

  • tɾo.poˈpi.i.si

Where it comes from

τροποποίηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα τροποποίησις + -ση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική modification, αγγλική modification. Συγχρονικά αναλύεται σε αόριστο θέμα τροποποίη- του τροποποιώ + -ση.

noun τροποποίηση · τροποποιήσεις · τροποποίησης · τροποποιήσεων

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τροποποιώ, μερική μεταβολή, αλλαγή ※ Οι τροποποιήσεις δεν συζητήθηκαν με τους φορείς, ούτε εισακούστηκε η γνώμη του βασικού εκφραστή του κλάδου, του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος. (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τομ. 2265-2269, Δημοσιογραφικός Οργαν. Λαμπράκη, 1997, σελ. 24)
  2. πληροφορική, βιντεοπαιχνίδια αλλαγή που γίνεται από χρήστες σε ένα λογισμικό ή παιχνίδι για προσθήκη περιεχομένου ή επιδιόρθωση σφαλμάτων

In English

  • modulation modification or regulation of something to achieve an appropriate measure or pro

Talk about this word

Cite this
MLA

"τροποποίηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τροποποίηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"τροποποίηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τροποποίηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}